Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Rubik’s cube


Όταν όλος ο κόσμος στοιχίζεται κι απαριθμεί, παίρνει βαθιές ανάσες για να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, κάνει διαλείμματα για να τσεκάρει αν όλα είναι εν τάξει, γυαλίζει το αυτοκίνητό του, στρώνει το κρεββάτι του, αρχειοθετεί τα έγγραφά του, μετράει τα λεφτά και τα χοντρά του... όταν επικεντρώνεται στην ύπαρξή του υψώνοντάς την στον κύβο, απολαμβάνοντας ένα μπλάντι Μαίρη, Γιώργο, Κώστα, Δέσποινα...
... εγώ απλώνω τα χριστουγεννιάτικα στολίδια πάνω στην ιδρωμένη σέλα του Αυγούστου, κάνω διπλό κλικ στα βλέφαρα κι αρχίζει να χιονίζει, καθώς διασχίζω το τσαλακωμένο σεντόνι της αγουροξυπνημένης Θηβών.

7 το πρωί, στο μέστωμα του καλοκαιριού, τα σώματα έλιωναν, οι ψυχές ταξίδευαν κι εμείς πάνω στο έλκηθρο μοιράζαμε δώρα. Ο πατριός μου γελούσε ως συνήθως με τα παιδιαρίσματά μου και πάταγε την κόρνα με συνοδευτικό ρυθμό. Μπορεί όμως κι από ανασφάλεια μετά το τελευταίο στούκο. Δεν μιλούσαμε στη διαδρομή. Εγώ τραγουδούσα το
Last Christmas κι αυτός κόρναρε. Κάθε απόγευμα έδινε αναφορά στη μάνα μου για το ρεπερτόριο κι αναγκαζόμουν να δώσω μια έξτρα παράσταση για τους απόντες. Άλλο που δεν ήθελα...

Ήθελα; έλα μου ντε... Σάμπως ήξερα ποτέ και τι ήθελα;
Ήθελα να τους βλέπω να χαμογελάνε. Αυτό ήθελα. Δεν με ένοιαζε το προσωπικό κόστος του στησίματος της σκηνής του θεάτρου των σκιών. Ήθελα κάπου να ανήκω κι ας ήταν η παράγκα του Καραγκιόζη.

Τάξη ή Χάος;
Με την ξύλινη κουτάλα μου, ανακατεύω το τσουκάλι κι αναρωτιέμαι. Κοιτάζω την ελιά πάνω στην στραβοκομμένη μύτη μου που παφλάζει στην επιφάνεια. Κάποιες φορές μοιάζει αθώα, σαν τόνος στην σχηματική παραφωνία του ρύγχους. Άλλες, με ανεξίτηλο λεκέ σε ασπρόρουχο.
Σου έμαθαν να την αγαπάς ή να την ανέχεσαι; την αγαπάς ή την συνήθισες; πότε θα δεις τον κόσμο χωρίς τα μάτια τους; πότε θα βρεις το στίγμα σου χωρίς τις δικές τους συντεταγμένες; με ρωτά το βλέμμα σου.
Μη μου προτείνεις το ψαλίδι, σε παρακαλώ. Το καλοκαίρι η κεραία μου τεντώνεται και δεν πιάνει σήμα. Μόνο χιόνια. Αν μπερδευτώ και μπω σε λάθος στάδιο; φαντάζεσαι να κόψω το νήμα του τερματισμού αντί για την κορδέλα των εγκαινίων;
Το Χάος το 'μαθα απ' έξω κι ανακατωτά. Άσε με εδώ, να αναδεύω μηρυκάζοντας όσα δεν άντεξα(ν) να ισορροπήσουν στην κόψη της μύτης μου, εισπνέοντας αγνό καυσαέριο, εκπνέοντας θάνατο αργό, για πάντα μετεξεταστέα στο μάθημα της αυθυπαρξίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου