Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Άρση αναστολών



Φαντάζεστε να έπεφτε το κάστρο του νου; να γκρεμιζόταν το τελευταίο οχυρό της ελεύθερης σκέψης; να σβήνονταν με μια γόμα τα περιθώριά της, εκεί που φρενάρουν οι νταλίκες με το βαρύ φορτίο των αναστολών μας; φαντάζεστε να απλώναμε τα εργόχειρα που υφάναμε με τις αδέξιες θυμωμένες σαϊτιές μας στα σκοτεινά, τα άπλυτα που ξεβγάλαμε ετεροχρονισμένα στα ύδατα της Στυγός, αυτά που αργότερα βαφτίσαμε στον Ιορδάνη ποταμό αγάπη; να επέστρεφαν οι αρχέγονοι φόβοι μας που βιαστικά ξαποστείλαμε σε ταξίδι δίχως γυρισμό ένα εξημέρωμα με μια χάρτινη σαϊτα ;

Είναι άραγε αυτό το ξέχειλο μπαούλο με τ' άπλυτα, τους φόβους και τα αδέξια προικιά μας, αυτή η διαθήκη που ποτέ δεν θα ανοιχτεί από τους νόμιμους κληρονόμους μας, η προσωπική μας βαλβίδα ασφαλείας σε ένα πιεστικό περιβάλλον που απειλεί να τινάξει το παζλ στον αέρα; είναι ο χάρτης ενός χαμένου θησαυρού που οδηγεί στην ευδαιμονία ή στην πύλη απ' όπου δραπετεύουν οι δαίμονες;
Είναι άραγε η ύπαρξή του απόδειξη θάρρους ή λιγοψυχίας, προσωπικής παραίτησης ή κοινωνικής απαίτησης, αλήθεια ή ψέμμα, ανάγκη ή υπερβολή, διχασμός ή κρυφτούλι; Πόσο ανυπέρβλητο είναι το χάσμα ανάμεσα στη σκέψη μας και στον λόγο μας; τι είναι αυτό που μας φρενάρει, μας φιμώνει, μας τρομάζει, μας χαϊδεύει τ' αυτιά; πόσο ανάγκη έχουμε τις αναστολές και πόσο τις επικίνδυνες αποστολές που μας αναθέτουν;
Ποιοι θα 'μασταν δίχως αυτές; ποιοι είμαστε με αυτές; έχουμε ψυχή ή κοινωνική σύμβαση; είμαστε ηθο-ποιοί ή θεατρίνοι;


Σε κοιτώ και με κοιτάς.
Mute. Δεν θες να ξέρεις τι σκέφτομαι. Δεν θέλω να ξέρω τι σκέφτεσαι.

- Τι σκέφτεσαι; σε ρωτώ.
- Τίποτα, απαντάς σαν την άπιστη Πηνελόπη.
Μ' ένα τίποτα ξηλώνεις τρεις κόμπους που στάθηκαν στον λαιμό σου. Ξεροκαταπίνεις λίγη αμάσητη αγάπη.

Μην ενδώσεις στους μνηστήρες, σε παρακαλώ σιωπηλά, αφήνοντας τα γκέμια απ' τους φόβους μου πιο χαλαρά. Σε βλέπω τα βράδια που βιάζεσαι να τελειώσεις το εργόχειρο, τα βράδια που περνώ έξω από το παράθυρό σου καβαλώντας τους ασκούς του Αιόλου.
Μα δεν τολμώ να το παραδεχτώ.
Το πρωινό φως διαλύει τις καταχνιές του φόβου, διπλοκλειδώνω το μπαούλο, σκύβω και σε βλέπω να τινάζεις ένοχα τις κλωστές απ' την ποδιά σου.

- Τι σκέφτεσαι; σε ρωτώ.
- Τίποτα, απαντάς. Αφαιρέθηκα.

Κι όσο εσύ αφαιρείσαι, τόσο εγώ πολλαπλασιάζομαι.
Εγώ κι εμείς. Εμείς και τα
blogs. Τα blogs κι αυτά που δεν μπορούν να βρουν διέξοδο στην καθημερινότητα, που στουκάρουν με ορμή στον αδιάβλητο τοίχο του Τίποτα. Ανοίγουμε μια μαύρη τρύπα στην κλειδαριά του καθωσπρεπισμού και της δηθενιάς.
Φυσάμε γυαλί, ένα σκληρό μα εύθραυστο συγκοινωνούν δοχείο, για ν' ακουμπήσει ατόφια η σκέψη μας που δεν έχει ανάγκη από
firewall. Ένα άλλοθι. Μια ανάσα. Μια ψευδαίσθηση. Έναν ολόκληρο ψηφιακό ηλεκτρισμένο κόσμο, έναν απινιδωτή συνειδήσεων, μια αποκριάτικη μάσκα ομορφιάς, μια παγωμένη πίστα με χνάρια από κοπάδια αφηνιασμένων βούβαλων, μια εξάτμιση που μπούκωσε και ξερνά μαύρους κρίκους πάνω σε χλωμα ξενυχτισμένα πρόσωπα.

Δένουμε φωνές και λύνουμε γόρδιους δεσμούς, με την κόψη του σπαθιού μας, απ' την ανάποδη, τώρα που φορέσαμε τα μέσα έξω κι οι πόλοι οδεύουν στην αντιστροφή τους.

...Κι η απόσταση ανάμεσά μας μια δρασκελιά δρόμος. Δως μου το χέρι σου. Πάμε στο φως.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου