Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Ήξεις Αφήξεις...




Κάποιοι αναγνώρισαν τη συνωμοσία των λαίμαργων φλαμίνγκο, κι άλλοι την πτώση των Μεγαριδών νηών στα χέρια των σκληροτράχηλων Οστρακοειδών.
Ίσως και να 'ναι ο έκπτωτος θίασος των κομπάρσων, μια ανώνυμη φάρσα στα θεμέλια της ζωής που σκορπίζει ώχρα στο πυρετικό καρέ της υστεροφημίας.
Αμφίσημοι χρησμοί που ανασύραμε, τραβώντας τη διελκυστίνδα του χρόνου απ' τα μαλλιά.
Ήξεις, αφήξεις... και δεν θα πλήξεις.

Μια κουταλιά νερό...




Η απουσία κινήσεών του πρόδιδε το τίποτα. Τα βλέφαρα και το άνω χείλος του, ψεκασμένα με γύψο, στέγνωναν τις σκέψεις του. Η ροή του λόγου του έβγαινε από τα λαγούμια της λογικής, αποστειρωμένη από εξάψεις. Κάποιος σιδέρωσε την ανατριχίλα του με μέριτο, σκέφτηκα, κι ένα ξεβαμμένο χαμόγελο σαν γαλλικό μανικιούρ απλώθηκε στα νύχια που είχαν γραπώσει εδώ και μέρες την καρδιά μου. Τον είχα σηκώσει στον πίνακα να μου πει το επόμενο μάθημα, κι αυτός απήγγειλε ερωτευμένους στίχους του Saadi(στη).
Είχα θαυμάσει σε πολλές περιστάσεις την ψυχραιμία του, αλλά πάντα διέκρινα την καλοστεκούμενη παύση που ακολουθούσε με την ομπρέλα της την τοπική καταιγίδα. Όχι όμως αυτή τη φορά. Βρεγμένη ως το κόκκαλο, τον κοιτούσα να κόβει με το μαχαιροπίρουνο το νήμα απ' την θηλιά της καχυποψίας μου και να με προσγειώνει σαν αποτυχημένο αυτόχειρα στην στοά του φθινοπώρου. Νομίζω πως μου πρόσφερε και το σακάκι του να σκεπαστώ για να μην πουντιάσω.
- Μια κουταλιά νερό ήταν, του είπα, συνεχίζοντας το φαγητό μου. Είμαι καλά.

Λωτοφάγοι




Ψιθύριζα στα σκοτεινά
σοκάκια του κορμιού σου
εικόνες μιας θύελλας
που σήκωνε ο νους.
Το δράμα που αποστήθισα
πλανήθηκε μαζί σου
σε άφατη απόδραση
στη χώρα του λωτού.