Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Για όλα φταίνε οι γκόμενες


Σαπούνιζα τα τελευταία ξενυχτισμένα ποτήρια, ξεχασμένη μπροστά απ' τον βαθύ νιπτήρα που έγερνε βρεγμένος προς το μέρος μου, ακουμπώντας με λίγο πιο χαμηλά από τη μέση. Είχα ψηλώσει δέκα πόντους εκείνο το βράδυ... Ίσως να ήταν η γιορτή μου, ίσως να μου 'μοιαζε γιορτή. Μια μικρή σεισμική δόνηση μ' εμένα στο επίκεντρο, μόλις που μου γαργαλούσε τις πατούσες. Δεν βιαζόμασταν. Είχα μια χαλαρή διάθεση, σαν εκείνη που σε σφίγγει τα πρώτα σούρουπα του Μαγιού και σε σπρώχνει να χυθείς στο μπαλκονάκι σου, φορώντας το ανεξήγητο χαμόγελο της διαύγειας. Ανεξήγητο για τους άλλους.
Είχα πιεί τρία τέσσερα ποτά, αργά, επιτρέποντας στο αλκοόλ να προσπεράσει τις σκέψεις και να τις παρασύρει δίχως θύματα στο παρόν. Όλα έμοιαζαν τόσο τακτοποιημένα. Ούτε τρεκλίσματα, ούτε αμφιβολίες... Δεν πάλευα με τα φαντάσματα εκείνο το βράδυ. Τα είχα προσκαλέσει στην γιορτή μου. Στην γιορτή της συμφιλίωσης.

Το ραδιόφωνο έπαιζε σαν αυτόκλητος ηχονόμος τα τραγούδια που του άρεσαν και αυλάκωνε τον αέρα για να κυματίσουν οι συνειρμοί.

Εμείς η μεσαία τάξη
είμεθα η μόνη τάξη
με έντιμη συνείδηση, εθνική.
Παρασυρόμενοι όμως απ' τις άλλες τάξεις
στα νοήματα και στις πράξεις
δίνουμε χροιά πολιτική.
Για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες και γενικώς...

- Τ' ακούς; μου πέταξε με περιπαιχτικό ύφος από το βάθος, για να σπάσει τη σιωπή που ακολούθησε το ρεφραίν.
- Τ' ακούω, είπα ανάλαφρα, μα νομίζεις πως με αφορά; (αν δεν είχα σαπουνάδες στα χέρια θα είχα τινάξει τα μαλλιά μου φιλάρεσκα προς τα πίσω).
Δεν γύρισα να τον κοιτάξω και συνέχισα.
- Ούτε πρώην είμαι, ούτε επόμενη πρόκειται να γίνω. Επομένως... βρες κανέναν άλλο να κατηγορήσεις για όση αλήθεια δεν αντέχεις. Έχω συνειδητοποιήσει τον ρόλο μου από καιρό και θα μείνω σε αυτόν όσο μπορώ να ισορροπώ στης τραγωδίας το σκοινί. Αν γελάσεις, θα φύγω. Αν χαλαρώσεις, θα πέσω.

Μια κουβέντα είπε ο άνθρωπος, δέκα του πέταξα στα μούτρα.
Δεν υπήρχε τόνος απειλής στα λόγια μου.Το σκοινί το τεντώναμε εθελοντικά κι οι δύο. Εμείς στα άκρα, κι οι γκόμενες παντού και πουθενά. Μ' από κάτω μας η αλήθεια έστεκε ακίνητη, άχρονη, παγωμένη, με τις αιχμές της στραμμένες στο άπειρο να σημαδεύει αδέξιους ονειροπόλους.
Δεν θυμάμαι πόσες φορές τον άφησα να πέσει. Δεν θυμάμαι πόσες φορές με άφησε εκείνος. Ο πόνος ήταν η μια όψη του νομίσματος που πληρώναμε για νοιώθουμε ζωντανοί. Την άλλη την βαφτίζαμε, με αλκοόλ και άγιο μύρο, Έρωτα.

- Γιατί με κάνεις να νοιώθω ΤΟΣΟ μαλάκας; με ρώτησε, μα δεν με ρώτησε. Μονολογούσε...
- Όχι εγώ, η αλήθεια.

Το να λέει όμως κανένας την αλήθεια
είναι μια πολύ κακή συνήθεια
που αν την έχεις την πληρώνεις κάπως ακριβά.
Αλλά από δω παιδιά αρχίζει άλλη ιστορία
άλλο κεφαλαίο και στην ουσία
κάτι τέτοια δεν λέγονται τραγουδιστά.
Και ιδού εγώ μοναχός
αγκαλιά με την κιθάρα μου
να τραγουδάω για την εφημερίδα
τέντα στην αυλόπορτα
που σκιάζει το μικρό παιδί
που τρυπάει το μπαλόνι του με δυο καρφιά
για να τρομάξει αυτό το κύριο
που καπνίζει το τσιμπούκι του και γκούχου γκούχ
και που ρωτάει το μηχάνημα
που μας λέει την αλήθεια εκατό φορές
ότι για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες γενικώς.
Όλα τ' ακούγαμε και τα γνωρίζαμε, κι οι δυο. Μόνο όταν τρώγαμε τις σάρκες μας ξεχνούσαμε τις γκόμενες, τις πρώην και τις επόμενες, που δεν έφταιγαν κι αυτές. Τόνιζαν μόνο με την απουσία τους την τραγικότητα και μεγάλωναν τον αριθμό των παράπλευρων απωλειών. Ένας Θεός ξέρει μόνο πόσο τις χρειαζόμουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου