Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Περί νύχτας και άλλων δαιμονίων


Δεν ήμουν μέρος εκείνης της νύχτας... μα μπορεί και να χώρεσα στην μεγάλη οθόνη της δικής του ματιάς. Μαζί το βλέπαμε το έργο. Εγώ απ' την καρέκλα του παραιτημένου σκηνοθέτη, κι εκείνος με τη μπαγκέτα στο χέρι, ενορχηστρωτής, κομπάρσος, πρωταγωνιστής, κέντρο και περιφέρεια, γέμιζε ανεπιτήδευτα τις τρύπες στο δίχτυ της νύχτας μου. Η καρδιά μου χαμογελούσε παιδιάστικα στο θέαμα και τ' αυτιά μου χτυπούσαν παλαμάκια. Μου άρεσε η ταινία! Δεν ήταν σουρεάλ μεταφορά μήτε περίτεχνη απομίμηση από σελιλόιντ. Πίσω απ' τα πέπλα των μίζερων υπότιτλων, τα bowling t-shirts ξεσήκωναν τη φαντασία μου κάνοντας απανωτά strikes στις κορίνες της αδιακρισίας μου. Έτριβα τα μάτια μου από συνήθεια, όπως όταν ξυπνάς τα χουζούρικα πρωινά με μια όμορφη αίσθηση να κρέμεται απ' τα μισόκλειστα βλέφαρα, μα η εικόνα δεν ήθελε να φύγει. Δεν ήθελα να κοιτάξω το ρολόι μου. Αυτοί οι μηχανισμοί με τα άκαμπτα γρανάζια ακριβείας πάντα ήταν κακοί οιωνοί στα παραμύθια. Μόνο τέλος θα μπορούσαν να σημάνουν. Ένα τέλος που δεν ήθελα να πληρώσω με ερωτηματικά. Τα χρειαζόμουν για να τα ρίξω στο google me το επόμενο πρωί. 

Αφόπλισα την ορολογιακή βόμβα που κινδύνευε ν' ανατινάξει τον μαγικό αυτό χωροχρόνο κι άφησα την βαρύτητα της σκέψης να παρασυρθεί απ' την παλίρροια που σήκωνε η μουσική... Εκείνος. Σκεπασμένος με αλκοόλ και ανεξιχνίαστο βλέμμα, μουρμούριζε ακατάληπτα απαντήσεις που μου έμοιαζαν μάλλον με γρίφους. Έψαχνα για τις ερωτήσεις με φακό που άδειαζε μαζί με το ποτήρι μου.

Υπάρχουν φράσεις που κοπιάζω πολύ να μη τις ξεχάσω. Υπάρχουν κι άλλες που δεν μπορώ να τους ξεφύγω... Είναι αυτές που δένονται οικειοθελώς με δαχτυλίδια από καπνό στο κατάρτι της νύχτας, αρνούμενες να παραδοθούν στο κάλεσμα της φιλάσθενης αργίας ενός Κυριακάτικου πρωινού. Λέξεις από νύχτα, με σημάδια που επιστρέφουν κι αποκαλύπτονται όταν το φως διαθλάται στο πρίσμα της ψυχής. Είναι αυτές που συνοδεύουν τους ξάγρυπνους μουσικούς σκοπούς των συνόρων και αντηχούν στο πηγάδι του μυαλού σου για μέρες... μέχρι να βρεις νερό ή να πιάσεις πάτο.

Δεν βρήκα τις ερωτήσεις εκείνο το βράδυ. Αρκέστηκα στην ακόρεστη δίψα που θα ξυπνούσε το μυαλό μου απ' τον άνυδρο λήθαργο για λίγο ακόμα. Δεν υπήρχαν κτητικές αντωνυμίες. Μόνο προσωπικές καταθέσεις και μια γλύκα που έσταζε από τον θρόνο του Βούδα σαν το ρετσίνι απ' το πεύκο. Έτσι μου 'μοιαζε, ακίνητος όπως κάθισε δίπλα μου. Σκαλιστός κι αινιγματικός μικρός Βούδας. Τον σκέπασα να μη ξορκιστεί από το πρωινό φως και έφυγα.

Δώσε μου κι άλλες απαντήσεις να δω πότε έζησες, να μυρίσω το χώμα που πάτησες, να γευτώ την πίκρα απ' το πλαστικό κάλυμα της πανοπλίας σου, να πιώ την απογοήτευσή σου, να αγγίξω όλες τις ακίδες που σε άφησαν μονόφθαλμο Κανένα, να περπατήσω με τις μπότες σου, να τρέξω στα λιβάδια σου, να αναριγήσω στον φόβο σου, να αφρίσω στον βράχο σου, να πλέξω με τα μαλλιά σου στις βελόνες των δαχτύλων μου φουστίτσες ξέγνοιαστων κοριτσιών που τραγουδούν αλόχα... ξανά και ξανά.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου