Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Το αγαπημένο της χρώμα


 
Το' χα πάρει απόφαση. Το 'βλεπα πεντακάθαρα και στο παχύ στρώμα του καφέ που είχε κολλήσει στον πάτο της κούπας, αγκαλιά με ένα χαρέμι από σουσάμια με υπερένταση. Κόλαση ήταν εκείνα τα σμυρνέικα κουλούρια. Έτρωγες έναν καφέ, άλλο πράγμα. Εκείνο το βράδυ βιαζόμουν. Τα βουτούσα στην καυτή κούπα κι αυτά έλιωναν γλυκά. Δεν πεινούσα, αλλά ήθελα να γεμίσω το κενό της σκέψης με γεύση και με άρωμα. Άλλωστε που ακούστηκε να πίνεις τριπλό ελληνικό δώδεκα το βράδυ;

Σκούπιζα προσεκτικά τα ίχνη του καφέ απ' το γκαζάκι κι απ' τον πάγκο για να μη το μυριστεί η μάνα μου και μου βάλει πάλι τις φωνές.
- Μικρό παιδί και πίνεις καφέδες νυχτιάτικα; θα πάθουν τα νεύρα σου. Και κλείσε πια το ραδιόφωνο. Πώς μπορείς και διαβάζεις ταυτόχρονα με αυτή τη φασαρία; και το φως...

Όλο προσταγές...

Έπαιρνα το καπάκι του
bic και το έλιωνα πάνω στη λάμπα που είχε πυρακτώσει. Η μυρωδιά του καμένου πλαστικού, το μπλε που άφριζε σαν κύμα, τα σχέδια, οι κρατήρες που πάγωναν καθώς η νύχτα έγερνε προς τη μεριά των βλεφάρων... Το πρωί ξήλωνα με τα νύχια μου την σκοτεινή πλευρά κι ανέτειλε πανσέληνη η λάμπα. Όλα ήταν εκεί. Κυμάτιζε μεσίστεια η αστερόεσσα, στον τόπο που πατήσαμε για να πατήσουμε. Την κατακτήσαμε μπήγοντας μια διαστημική οδοντογλυφίδα στην κουφάλα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, μπας και σταματήσουμε τον πόνο που έφτανε μέχρι το μεδούλι, μπας και σπάσουμε το απόστημα που φούσκωνε στα στήθια μας απειλώντας να πνίξει την περηφάνεια μας.

Δεν έτρωγα κρέας τότε. Μόνο φούσκωνα.
Δεν σήκωνα μύγα στο σπαθί μου τότε. Μόνο θύμωνα και ξεφούσκωνα σαν χαλασμένη σαμπρέλα.

Το 'χα πάρει απόφαση. Δεν της είχα πει τίποτα. Ούτε και ρωτούσε φυσικά. Ήταν σίγουρη, έλεγε, για μένα. Αυτή η σιγουριά μας έφαγε βλέπεις.
Κι εγώ ήμουν σίγουρη. Το είχα πάρει απόφαση σου λέω. Το 'βλεπα και στο κατακάθι. Ένα μωβ αγκάθι. Το αγαπημένο της χρώμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου