Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Analyze this


Τις λίγες μέρες που βρέθηκα εκτός firewall και δικτύων, όταν ο θόρυβος της τεχνολογίας περιορίστηκε στην υπνωτιστική συχνότητα του χτύπου του κινητού μου, όταν πια κατάφερα να επικολλήσω μερικά πράσινα και μπλε pixels πάνω στο μαύρο desktop του μυαλού μου, εφαρμόζοντας απλά μαθήματα καλλιτεχνικών δευτέρας δημοτικού : "αναμειγνύουμε μερικές αχτίδες ηλίου με το μπλε της θάλασσας και του ουρανού, κι έχουμε το πράσινο του δάσους", οι ταχύτητες έπεσαν σε dial-up επίπεδα, πολύ πριν ιδιωτικοποιηθεί ο ΟΤΕ , πριν περαστούν οι οπτικές ίνες κι αφήσουμε τους ανεμόμυλους για να κυνηγήσουμε δορυφόρους. Κι εκείνο το στριγγό σφύριγμα που έβγαινε από το μόντεμ, θυμίζοντας σκηνές απ' το πέρασμα των Αργοναυτών ανάμεσα απ' τα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης, είχε πάει διακοπές στις Νήσους των Μακάρων.

Εκεί λοιπόν, στην ερημιά, με τους κάκτους να θυμίζουν θυμωμένες κεραίες που καταδικάστηκαν ισόβια στην αναμετάδοση της άνισης μάχης του ήλιου με τη γη, θυμήθηκα οάσεις δροσιάς, σαν τις ψευδαισθήσεις που έχουν οι διψασμένοι περιπλανώμενοι ζητιάνοι της ζωής.
Γαμώ το κέρατό μου το τράγιο, υποτίθεται ότι εδώ, στο τέρμα θεού και θέρους γωνία, δεν είχε σήμα. Αυτοί οι Δροσουλίτες από που εξέπεμπαν;
Καπνοί έβγαιναν από τις κάννες που είχα για αυτιά, και τα σύννεφα της σκόνης που ανασηκώθηκαν από το απότομο φρενάρισμα γέμισαν με σήματα κινδύνου, ένα μπουκαλάκι δηλητήριο, δυο κεραυνούς και μια τρύπια πειρατική σημαία.
Κάποιος ήταν εκεί.
Σήκωσα το εξάσφαιρο απ΄το διπλανό κάθισμα, έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο, ανασηκώθηκα ξεπατικώνοντας κίνηση Ντιουκς και σημάδεψα ψηλά.
- Άσε με ήσυχη, φώναξα. Θα πυροβολήσω.

Στο σενάριο του εφιάλτη που με επισκεπτόταν κάποια βράδυα, η παραπάνω ατάκα, διανθισμένη με βρισιές νταλικέρη, έπιανε τόπο. Αυτό το αόριστο κάτι που με πλάκωνε το έβαζε στα πόδια κι έπαιρνα ανάσα. Τρεφόταν από την ενοχή που γεννούσαν οι "κακές" λέξεις και πήγαινε για ύπνο χορτάτο.
Εντάξει Άννα, ψιθύριζαν οι τοίχοι, ήσουν αρκετά κακό παιδί απόψε. Κοιμήσου ήσυχα τώρα.

Στην εθνική οδό όμως, το θέαμα ήταν μάλλον γελοίο. Ένας νταλικέρης με προσπέρασε, ταρακουνώντας με, κι είμαι σίγουρη πως αν δεν έκρυβε ο μουσαμάς της καρότσας τον καθρέπτη του, θα τον έβλεπα να γελά χαιρέκακα, παίρνοντας μαζί του την τελευταία έκδοση του επίτομου λεξικού της φάρας του και την τελευταία μου ελπίδα.

Έριξα το βλέμμα μου δεξιά κι αδέξια στην πινακίδα. Άλλα 67 χλμ.
Δεν με πείραζε ο δρόμος. Μόνο οι διακλαδώσεις του. Οι επιλογές μου.
Κι αν έκανα λάθος; κι αν έστριβα χαλαρά, ανοιχτά και πατημένη; αν δεν κατέβαζα ταχύτητα και έμπαινα στο αντίθετο ρεύμα; το αποτέλεσμα θα ήταν ολέθριο. Θα έσπαγα τα μούτρα μου.
Γαμώ το φελέκι μου. Την κοίταξα ξανά, ευθέως αυτή τη φορά. 67χλμ.
- Φύγε σου είπα, μα μπορεί και να μη το είπα.

Παραιτήθηκα κι οπισθοχώρησα ψάχνοντας δήθεν για σκιά.

Κρέμασα λίγο τα ποδάρια μου στο κενό, ξέροντας πως θα αρχίσουν να πρήζονται, μα δεν ήθελα να τσαλαπατήσω τις μαργαρίτες που στεφάνωναν τον ποδόγυρο του πηγαδιού της μνήμης. Είχαν κι αυτές τα δικά τους διλήμματα. 

To blossom or not to blossom?

Σκέφτηκα να γελάσω με την προβληματισμένη σκιά που έριχναν καθώς ζύγωνε η μια την άλλη, επαναλαμβάνοντας το φοβερό ερώτημά τους.
Μα ήταν τόσο ξεκάθαρη η απάντηση. Αυτή ήταν η φύση τους, να ανθίζουν.
Χα ... Λες κι είχαν κι άλλη επιλογή...

Και τότε κατάλαβα... κι έδωσα μια στο γκάζι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου