Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωή σαν τη δικιά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωή σαν τη δικιά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Τα Καμμένα Βούρλα


Τα τελευταία Σάββατα, την ώρα που φτιάχνω τη λίστα με τα ψώνια, ιδρύω μια εξτρεμιστική οργάνωση με το όνομα "Καμμένα Βούρλα". Είναι μια αυτόκλητη επιτακτική ανάγκη, μάλλον εξισορροπιστικής φύσεως, με 3d γραφικά, φωτιές και θόρυβο που κάνει τον επεξεργαστή μου να βογγάει από ευχαρίστηση. Στον διάδρομο με τα ποτά οι μολότωφ, στ' απορρυπαντικά ανοίγω το εγχειρίδιο του Μαγκάιβερ, στα φρούτα ψάχνω για νεράτζια...
Την ώρα που φτάνω στο parking κι αρχίζω να ψεκάζομαι με ένα μείγμα Evian και ψυκτικών ραδιοϊσότοπων συγχαίροντας τους υποψήφιους συνεργάτες μου, σκοντάφτω πάνω στα ατάκτως παρατημένα καροτσάκια.
Η αισιόδοξη πλευρά μου με οδηγεί στην υπερρεαλιστική απόδοση της σκηνής, μεταφράζοντας την εικόνα σε μια επιτηδευμένη πρόθεση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, όπως αυτή του παρκαδόρου ή της καροτσομαζώχτρας, ενώ στο ότο κιου της απαισιοξίας εμφανίζεται με κεφαλαία bold γραμματοσειρά το μήνυμα ενός παλιού μου φίλου: 
"ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΜΑΛΑΚΑ ΝΑ ΤΟΥ ΦΟΡΤΩΣΕΙ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ"...

Δυο εγγαστρίμυθοι τσακώνονται μες το κεφάλι μου ενώ σφίγγω ένοχα τα χείλη μου να μην προδώσω λέξη. Το σκάω απ' την πίσω πόρτα και αρχίζω να μαζεύω τα καροτσάκια.
Μαλάκας γεννιέσαι, δε γίνεσαι φίλε μου.

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Μια κουταλιά νερό...




Η απουσία κινήσεών του πρόδιδε το τίποτα. Τα βλέφαρα και το άνω χείλος του, ψεκασμένα με γύψο, στέγνωναν τις σκέψεις του. Η ροή του λόγου του έβγαινε από τα λαγούμια της λογικής, αποστειρωμένη από εξάψεις. Κάποιος σιδέρωσε την ανατριχίλα του με μέριτο, σκέφτηκα, κι ένα ξεβαμμένο χαμόγελο σαν γαλλικό μανικιούρ απλώθηκε στα νύχια που είχαν γραπώσει εδώ και μέρες την καρδιά μου. Τον είχα σηκώσει στον πίνακα να μου πει το επόμενο μάθημα, κι αυτός απήγγειλε ερωτευμένους στίχους του Saadi(στη).
Είχα θαυμάσει σε πολλές περιστάσεις την ψυχραιμία του, αλλά πάντα διέκρινα την καλοστεκούμενη παύση που ακολουθούσε με την ομπρέλα της την τοπική καταιγίδα. Όχι όμως αυτή τη φορά. Βρεγμένη ως το κόκκαλο, τον κοιτούσα να κόβει με το μαχαιροπίρουνο το νήμα απ' την θηλιά της καχυποψίας μου και να με προσγειώνει σαν αποτυχημένο αυτόχειρα στην στοά του φθινοπώρου. Νομίζω πως μου πρόσφερε και το σακάκι του να σκεπαστώ για να μην πουντιάσω.
- Μια κουταλιά νερό ήταν, του είπα, συνεχίζοντας το φαγητό μου. Είμαι καλά.

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Analyze this


Τις λίγες μέρες που βρέθηκα εκτός firewall και δικτύων, όταν ο θόρυβος της τεχνολογίας περιορίστηκε στην υπνωτιστική συχνότητα του χτύπου του κινητού μου, όταν πια κατάφερα να επικολλήσω μερικά πράσινα και μπλε pixels πάνω στο μαύρο desktop του μυαλού μου, εφαρμόζοντας απλά μαθήματα καλλιτεχνικών δευτέρας δημοτικού : "αναμειγνύουμε μερικές αχτίδες ηλίου με το μπλε της θάλασσας και του ουρανού, κι έχουμε το πράσινο του δάσους", οι ταχύτητες έπεσαν σε dial-up επίπεδα, πολύ πριν ιδιωτικοποιηθεί ο ΟΤΕ , πριν περαστούν οι οπτικές ίνες κι αφήσουμε τους ανεμόμυλους για να κυνηγήσουμε δορυφόρους. Κι εκείνο το στριγγό σφύριγμα που έβγαινε από το μόντεμ, θυμίζοντας σκηνές απ' το πέρασμα των Αργοναυτών ανάμεσα απ' τα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης, είχε πάει διακοπές στις Νήσους των Μακάρων.

Εκεί λοιπόν, στην ερημιά, με τους κάκτους να θυμίζουν θυμωμένες κεραίες που καταδικάστηκαν ισόβια στην αναμετάδοση της άνισης μάχης του ήλιου με τη γη, θυμήθηκα οάσεις δροσιάς, σαν τις ψευδαισθήσεις που έχουν οι διψασμένοι περιπλανώμενοι ζητιάνοι της ζωής.
Γαμώ το κέρατό μου το τράγιο, υποτίθεται ότι εδώ, στο τέρμα θεού και θέρους γωνία, δεν είχε σήμα. Αυτοί οι Δροσουλίτες από που εξέπεμπαν;
Καπνοί έβγαιναν από τις κάννες που είχα για αυτιά, και τα σύννεφα της σκόνης που ανασηκώθηκαν από το απότομο φρενάρισμα γέμισαν με σήματα κινδύνου, ένα μπουκαλάκι δηλητήριο, δυο κεραυνούς και μια τρύπια πειρατική σημαία.
Κάποιος ήταν εκεί.
Σήκωσα το εξάσφαιρο απ΄το διπλανό κάθισμα, έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο, ανασηκώθηκα ξεπατικώνοντας κίνηση Ντιουκς και σημάδεψα ψηλά.
- Άσε με ήσυχη, φώναξα. Θα πυροβολήσω.

Στο σενάριο του εφιάλτη που με επισκεπτόταν κάποια βράδυα, η παραπάνω ατάκα, διανθισμένη με βρισιές νταλικέρη, έπιανε τόπο. Αυτό το αόριστο κάτι που με πλάκωνε το έβαζε στα πόδια κι έπαιρνα ανάσα. Τρεφόταν από την ενοχή που γεννούσαν οι "κακές" λέξεις και πήγαινε για ύπνο χορτάτο.
Εντάξει Άννα, ψιθύριζαν οι τοίχοι, ήσουν αρκετά κακό παιδί απόψε. Κοιμήσου ήσυχα τώρα.

Στην εθνική οδό όμως, το θέαμα ήταν μάλλον γελοίο. Ένας νταλικέρης με προσπέρασε, ταρακουνώντας με, κι είμαι σίγουρη πως αν δεν έκρυβε ο μουσαμάς της καρότσας τον καθρέπτη του, θα τον έβλεπα να γελά χαιρέκακα, παίρνοντας μαζί του την τελευταία έκδοση του επίτομου λεξικού της φάρας του και την τελευταία μου ελπίδα.

Έριξα το βλέμμα μου δεξιά κι αδέξια στην πινακίδα. Άλλα 67 χλμ.
Δεν με πείραζε ο δρόμος. Μόνο οι διακλαδώσεις του. Οι επιλογές μου.
Κι αν έκανα λάθος; κι αν έστριβα χαλαρά, ανοιχτά και πατημένη; αν δεν κατέβαζα ταχύτητα και έμπαινα στο αντίθετο ρεύμα; το αποτέλεσμα θα ήταν ολέθριο. Θα έσπαγα τα μούτρα μου.
Γαμώ το φελέκι μου. Την κοίταξα ξανά, ευθέως αυτή τη φορά. 67χλμ.
- Φύγε σου είπα, μα μπορεί και να μη το είπα.

Παραιτήθηκα κι οπισθοχώρησα ψάχνοντας δήθεν για σκιά.

Κρέμασα λίγο τα ποδάρια μου στο κενό, ξέροντας πως θα αρχίσουν να πρήζονται, μα δεν ήθελα να τσαλαπατήσω τις μαργαρίτες που στεφάνωναν τον ποδόγυρο του πηγαδιού της μνήμης. Είχαν κι αυτές τα δικά τους διλήμματα. 

To blossom or not to blossom?

Σκέφτηκα να γελάσω με την προβληματισμένη σκιά που έριχναν καθώς ζύγωνε η μια την άλλη, επαναλαμβάνοντας το φοβερό ερώτημά τους.
Μα ήταν τόσο ξεκάθαρη η απάντηση. Αυτή ήταν η φύση τους, να ανθίζουν.
Χα ... Λες κι είχαν κι άλλη επιλογή...

Και τότε κατάλαβα... κι έδωσα μια στο γκάζι.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Γλυκά διλήμματα

... ή αλλιώς, Try walking in my shoes...

Τις προάλλες, στεκόμουν μπροστά από μια βιτρίνα ζαχαροπλαστείου και χάζευα γλυκά. Δυο είναι οι μεγάλες μου αδυναμίες. Η τιραμισού και το τσηζκέικ. Η υπάλληλος στεκόταν υπομονετικά για κανένα πεντάλεπτο πίσω από τον πάγκο, δίνοντας σχήμα με τα λεπτά, μακριά της δάχτυλα στο μονοθέσιο κουτάκι της κούρσας προς την απόλαυση.
Πρέπει να ήταν καινούρια, δεν την είχα ξαναδεί.

" Θα μπορούσες να τα πάρεις και τα δύο", είπε η λιχούδα και με κέντρισε με την τρίαινά της.
" Όοοοχι, είναι περασμένη η ώρα και το τελευταίο πράγμα που θες είναι να πέσεις στο κρεββάτι με ένα κιλό λίπος να κολυμπάει στο στομάχι σου", πετάχτηκε η φωνή της συνείδησης. "Σκέψου πόσες τύψεις θα έχεις αύριο το πρωί..."
Ναι μωρέ, το ξέρω... τους είπα φανερά απογοητευμένη. Σταματήστε την κασσετούλα σας. Κάθε φορά τα ίδια και τα ίδια. 


Ααχ, κοίτα τα, είναι και τα δυο φρεσκότατα. Δεν μπορώ με τίποτα να αποφασισω. Πώς θα μπορούσα άλλωστε, αφού έχουν διαφορετική γεύση και φαίνονται τόσο μα τόσο διαθέσιμα να γλιστρήσουν στον οισοφάγο μου..;!

-Μπορώ να σας βοηθήσω; μου είπε ψιλοαμήχανα η υπάλληλος που διέλυσε με τ' αναπάντεχα ντεσιμπέλ της τα σύννεφα που είχαν αράξει πάνω απ' το κεφάλι μου. Ήμουν σίγουρη πως το θέαμα που προσέφερα ήταν γελοίο, μα δεν ενοχλούσα κανέναν.

- Δεν μπορώ να αποφασίσω ποιο από τα δυο να πάρω! της είπα, κοκκινίζοντας.
- Πάρτε τα και τα δυο, απάντησε αθώα.
- Εχμ, αυτό δεν γίνεται γιατί θα τα φάω και καταλαβαίνετε πως δεν πρέπει. Μια ζωή το ίδιο πράγμα κάνω... στέκομαι μπροστά τους, σωστός προσκυνητής και περιμένω.
- Τι περιμένετε;
- Τον επόμενο πελάτη.
- Με μπερδέψατε τώρα...
- Ναι, συγγνώμη δεν σας εξήγησα. Περιμένω αυτόν που θα αγοράσει το ένα από τα δυο γλυκά, αυτόν που θα με βγάλει από το γλυκόπικρο αδιέξοδο.
- Χμμ... είσαστε σίγουρη ότι μιλάμε για γλυκά; ο τόνος της φωνής της είχε αλλάξει.
Ξαφνιάστηκα.
- Φυσικά, της είπα ψιλοεκνευρισμένη.

Με είχαν πάρει χαμπάρι σε όλα τα ζαχαροπλαστεία και δεν μου έδιναν σημασία. Άκουγα βέβαια ψιθύρους και γελάκια κάθε φορά που έσκαγα μύτη, αλλά τελικά όλα μια συνήθεια είναι σε αυτή τη ζωή. Τούτη 'δω όμως η νεαρή υπάλληλος... ήταν άνω ποταμών. Της έριξα ένα βλέμμα εξεταστικό.

- Σας φαίνεται παράξενο, ε; είπα και γέλασα καμώνοντας πως σκύβω το κεφάλι μου. Μα η ματιά μου δεν έλεγε να φύγει από πάνω της. Το 'πιασε στον αέρα η πονήρω και συνέχισε την κουβεντούλα. Φαίνεται πως βαριόταν κι αυτή.

- Παράξενο...;! όχι ακριβώς. Μου έχουν μιλήσει για εσάς, οι ιδιοκτήτες του ζαχαροπλαστείου.
Η ειλικρίνειά της ήταν αφοπλιστική. Τα καθάρματα... Σαν να τους άκουγα. "Θα έρθει μια γραφική, θα κοντοσταθεί για ώρες... μπλαμπλαμπλα..."
Για μια στιγμή ξέχασα το δίλημμά μου. Θα με είδε που συνοφρυώθηκα και συνέχισε πιο μαλακά αυτή τη φορά.

- Θα τ' αγαπάτε πολύ τα γλυκά για να μπορείτε να ανέχεστε τους ψιθύρους.
- ...Ναι, έτσι είναι.
Κοίτα να δεις που καταλάβαινε...
- Πάντως εδώ που τα λέμε, δεν είναι δα και απόφαση ζωής. Είμαι σίγουρη πως μπορείτε ΕΣΕΙΣ να αποκλείσετε ένα από τα δυο, αντί να περιμένετε κάποιον άλλο να σας βγάλει από το αδιέξοδο.
- Όχι, όχι... βιάστηκα να γνέψω... σας παρακαλώ δεν...
- Δεν προσπαθώ να σας πιέσω, είπε ήρεμα. Μα να... σκεφτείτε πως είστε εσείς μια τιραμισού, πασπαλισμένη αριστοτεχνικά με φρεσκοκομμένο καφέ, καθισμένη αναπαυτικά πάνω στο πλισέ περιτύλιγμά σας, λαχταριστή και τόσο φρέσκια που κοντεύετε να λιώσετε από το σπινθηροβόλο βλέμμα του πελάτη που σας κοιτάζει αναποφάσιστος επί μισή ώρα. Πώς θα νοιώθατε αν σας έπαιρνε επειδή δεν του έχει μείνει άλλη επιλογή; επειδή κάποιος θρασύς άρπαγας βούτηξε το τσηζκέικ; πάντως όχι ανακουφισμένη, έτσι δεν είναι; μήτε χαρούμενη. Μπορεί και να μπαγιατεύατε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Κι αν ήσασταν λουλούδι, ίσως και να μαραινόσασταν... Κι αν για μια στιγμή νοιώσατε πως είστε το Άλφα θα κυρτώνατε σε Ωμέγα.

Σταμάτησε και με κοίταξε με συμπάθεια.

Τι να της έλεγα; ποτέ δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Τι θα σκεφτόταν η τιραμισού..; πφφ... Τι θα σκεφτόταν; Τι ανοησίες ήταν αυτές; χαρούμενη θα ήταν, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος.
...Ή μήπως όχι;

Κι αυτός ο άλλος, αργούσε πολύ να έρθει... Μάλλον δεν έχει καμμιά γιορτή σήμερα.

Rubik’s cube


Όταν όλος ο κόσμος στοιχίζεται κι απαριθμεί, παίρνει βαθιές ανάσες για να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, κάνει διαλείμματα για να τσεκάρει αν όλα είναι εν τάξει, γυαλίζει το αυτοκίνητό του, στρώνει το κρεββάτι του, αρχειοθετεί τα έγγραφά του, μετράει τα λεφτά και τα χοντρά του... όταν επικεντρώνεται στην ύπαρξή του υψώνοντάς την στον κύβο, απολαμβάνοντας ένα μπλάντι Μαίρη, Γιώργο, Κώστα, Δέσποινα...
... εγώ απλώνω τα χριστουγεννιάτικα στολίδια πάνω στην ιδρωμένη σέλα του Αυγούστου, κάνω διπλό κλικ στα βλέφαρα κι αρχίζει να χιονίζει, καθώς διασχίζω το τσαλακωμένο σεντόνι της αγουροξυπνημένης Θηβών.

7 το πρωί, στο μέστωμα του καλοκαιριού, τα σώματα έλιωναν, οι ψυχές ταξίδευαν κι εμείς πάνω στο έλκηθρο μοιράζαμε δώρα. Ο πατριός μου γελούσε ως συνήθως με τα παιδιαρίσματά μου και πάταγε την κόρνα με συνοδευτικό ρυθμό. Μπορεί όμως κι από ανασφάλεια μετά το τελευταίο στούκο. Δεν μιλούσαμε στη διαδρομή. Εγώ τραγουδούσα το
Last Christmas κι αυτός κόρναρε. Κάθε απόγευμα έδινε αναφορά στη μάνα μου για το ρεπερτόριο κι αναγκαζόμουν να δώσω μια έξτρα παράσταση για τους απόντες. Άλλο που δεν ήθελα...

Ήθελα; έλα μου ντε... Σάμπως ήξερα ποτέ και τι ήθελα;
Ήθελα να τους βλέπω να χαμογελάνε. Αυτό ήθελα. Δεν με ένοιαζε το προσωπικό κόστος του στησίματος της σκηνής του θεάτρου των σκιών. Ήθελα κάπου να ανήκω κι ας ήταν η παράγκα του Καραγκιόζη.

Τάξη ή Χάος;
Με την ξύλινη κουτάλα μου, ανακατεύω το τσουκάλι κι αναρωτιέμαι. Κοιτάζω την ελιά πάνω στην στραβοκομμένη μύτη μου που παφλάζει στην επιφάνεια. Κάποιες φορές μοιάζει αθώα, σαν τόνος στην σχηματική παραφωνία του ρύγχους. Άλλες, με ανεξίτηλο λεκέ σε ασπρόρουχο.
Σου έμαθαν να την αγαπάς ή να την ανέχεσαι; την αγαπάς ή την συνήθισες; πότε θα δεις τον κόσμο χωρίς τα μάτια τους; πότε θα βρεις το στίγμα σου χωρίς τις δικές τους συντεταγμένες; με ρωτά το βλέμμα σου.
Μη μου προτείνεις το ψαλίδι, σε παρακαλώ. Το καλοκαίρι η κεραία μου τεντώνεται και δεν πιάνει σήμα. Μόνο χιόνια. Αν μπερδευτώ και μπω σε λάθος στάδιο; φαντάζεσαι να κόψω το νήμα του τερματισμού αντί για την κορδέλα των εγκαινίων;
Το Χάος το 'μαθα απ' έξω κι ανακατωτά. Άσε με εδώ, να αναδεύω μηρυκάζοντας όσα δεν άντεξα(ν) να ισορροπήσουν στην κόψη της μύτης μου, εισπνέοντας αγνό καυσαέριο, εκπνέοντας θάνατο αργό, για πάντα μετεξεταστέα στο μάθημα της αυθυπαρξίας.