Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Αναγνώριση - Ραψωδία Ψι

 Χίος

Διακοπές! Προορισμοί! αυτές οι δυο λεξούλες με τις άπειρες προεκτάσεις τους, που εκτείνονται ως τα πέρατα της γης κι ως αυτό που επιθυμεί η ψυχή του κάθε ταλαιπωρημένου, δηλαδή αβυσσαλέα τα ντεκολτέ της κατάστασης! αυτό το state of mind που λέγανε παλιά στο χωριό μου. Εκεί που σπας το ξυπνητήρι ανήμερα της Groundhog Day.

Όταν ανακοίνωσα σε φίλους και γνωστούς ότι θα επισκεφτώ τη Χίο, όλοι, μα όλοι ανεξαιρέτως, επικρότησαν την επιλογή, είτε είχαν επισκεφτεί (πλειστάκις) το νησί, ή επειδή είχαν δει/διαβάσει/ακούσει ομορφιές. Μα εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά, μερικά έχουν ρίγες, άλλα έχουν ξεθωριάσει, κάποια κρώζουν κι άλλα άδουν. Έχουν χίλιες φωνές και αποχρώσεις του μαύρου. Τσακώνονται, τσιμπιούνται, μαδιούνται, φαλτσάρουν, και στο μοναδικό πράγμα που συμφωνούν είναι πως ποτέ δεν συμφωνούν! η μόνη εξαίρεση με την οποία όλοι συντάχθηκαν ήταν αυτό το νησί. Εντάξει, σκέφτηκα, μεγάλο νησί, όλοι χωράνε. Εκεί θα μαζέψω τους φίλους μου! εκεί χωράμε όλοι!

Και πράγματι.

Επειδή όμως κατά βάθος είμαι προβοκατόρισσα, νομίζω πως αυτό το νησί που μας ενώνει, μπορεί κάλλιστα να μας χωρίσει!

σε Βόρειους και Νότιους!

όχι πως οι βόρειοι τύποι δεν γουστάρουν να πατάνε το ποδάρι τους στα υπέροχα διατηρημένα μεσαιωνικά χωριά του νότου, εκεί που η αρχιτεκτονική, τα χρώματα, τα μαστιχόδεντρα και οι παραλιάρες του, σε ταξιδεύουν σε άλλη εποχή, αλλά όπως θα καταλάβατε για άλλη μια φορά με κέρδισε ο βορράς. Βορειοανατολικά, βορειοδυτικά, δεν έχει σημασία. Το ίδιο έπαθα στη Λήμνο, στη Λέσβο, ε τώρα και στη Χίο.

Την αγαπημένη μου παραλία δε τη βρήκα μέσω γνωστού (site, φίλου κτλ). Εκεί δεν την κατέτασσαν ούτε στο τοπ τεν! ευτυχώς! αλλά μέσω μιας ντόπιας γυναίκας. Το κακό είναι πως την ανακάλυψα νωρίς, σαν τους μεγάλους έρωτες, που μετά όλα ωχριούν μπροστά του, κι όλο επιστρέφεις ξέπνοα και μετανιωμένος, και ξαπλώνεις σαν τον άνθρωπο του Βιτρούβιου στο βότσαλο που σμιλεύτηκε θαρρείς για να σε αγκαλιάσει και να σε ξαλαφρώσει από τον βαρύ χειμώνα που έχει φωλιάσει στα κόκκαλά σου.

Ο Γιόσωνας, που τόσο με ξένισε όταν πρωτάκουσα τη λέξη, δηλαδή ο Ιάσονας, που θέλει ο τοπικός μύθος να ξαπόστασε εκεί κατά την Αργοναυτική εκστρατεία. Και πώς να μην ξαπόστασε κι αυτός, με τόση ομορφιά...

Προβληματίστηκα λοιπόν λίγο με τον ιδιωματισμό, την γυρόφερνα τη λέξη στο νου μου για να τη συνηθίσω. Ώσπου με έβγαλε ο δρόμος στα Καρδάμυλα, στις Γεραγίδες. Α, σκέφτηκα, το έχουν χούι εδώ να μετατρέπουν το ιώτα σε γου. Ιερές γίδες - Γεραγίδες! Ιάσονας - Γιόσωνας! κι εκεί παίχτηκε η ραψωδία της αναγνώρισης με τα γνωστά επακόλουθα!

Δε θα αναφερθώ στο θλιβερό γεγονός της πυρκαγιάς που κατέκαψε το βορειοανατολικό κομμάτι της Χίου. Είμαστε βραχύβια όντα, αλλά ο πανέμορφος τόπος θα ξαναγεννηθεί με τον δικό του ρυθμό και την συνδρομή μας.

Θα αναφερθώ σε ένα τελευταίο που μου έκανε φοβερή εντύπωση. Την σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη τουριστικών μαγαζακίων που συναντάς σε όλα τα άλλα μέρη. Η Χίος δεν έχει ανάγκη από τον ευτελισμό/εκμετάλλευση του επισκέπτη κι αυτό μας το δείχνει με χίλιους τρόπους. Έχει βιβλιοπωλεία, εκδοτικούς οίκους, γαμάτο καφέ (σπάνιο πράγμα σε νησί λόγω ιδαιτερότητας του νερού), μουσικάρες, φαγητάρες, παραλιάρες, Παράδοση και όλα αυτά ήταν μόνο μια πρώτη ματιά. Αυτή που σε κάνει να ερωτεύεσαι και να επιστρέφεις! 




Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

Shadows and fears

I was walking down the hall
In the house where love stood tall
Trying to sweep beneath my knots
All the dust and write a note.

Curling words upon the pane
Brought out memories in vain
Thick with time and grime to ponder
Molten tears blended with wonder.

Like a river made of fire
Burning images flow by
Some remind me foul and clear
Of the night you disappeared

First your shadow
Then your fear

Still the pain has stained the hall
And your memories behold
wounds that fester on the wall
Drip like moisture from a tomb.

Years abandoned by all hope
Drove me past another toll
Paid to seal all those untold
Worn like shield to mask what's torn.

Longing lost through yarns of darkness       
Brought you back, unfolding lapels             
Most remind me loud and clear
Of the day you disappeared

First your shadow
Then your fear.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Στο αγαπημένο μου νησί...

 


Καλοκαίρι του '99. Απ' τα πρώτα σκλαβωμένα,  ενήλικα καλοκαίρια που φόρεσε ένα πλαίσιο απαίσιο και στενό, που δε σε άφηνε να πάρεις ανάσα, που οι διακοπές έγιναν διάλειμμα,  διάλυμα με αλατόνερο που ετσουζε τα μάτια και τις παιδικές πληγές των ανεμελων αναμνήσεων. 
Μια βδομάδα. Μόνο μια βδομάδα. Να δω το αγαπημένο μου νησί,  να κλάψω από ευτυχία, να διπλωθώ στην ζεστή αγκαλιά της αμμουδιάς, να απλωθώ στο κύμα σαν αφρός που ψιθυρίζει.
Καλοκαίρι του '99. Ήθελα να φύγω από την Αθήνα, να ξεχάσω πίσω την βαλίτσα με τα άπλυτα του μπλε χειμώνα, με τα μπλε χείλη και την μπλε καρδιά. Μπλε. Μπλιαχ. Αχ. Αχ.
Οι συναυλίες στο νησί είχαν έναν πολιτιστικό χαρακτήρα ...νησιωτικό. Από Νταλάρα μέχρι Γαϊτάνο και βγάλε. Εβλεπες τον κόσμο να σηκώνει χώμα με κάθε του βήμα, σε εκείνο τον ποταμό που ακολουθούσε στο σχόλασμα της μουσικής. Δεν είχε σημασία αν έμπαινες στον συναυλιακό χώρο.  Ο άνεμος σου έφερνε τις νότες όπου κι αν βρισκόσουν.
Μεταξύ μας, μόνο δυο φορές παρακολούθησα συναυλία στο νησί.  Μια, τους Ματζικ ντε Σπελ, πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα,  και γύρω γύρω εμείς και το χώμα.  Πολύ χώμα.  Πολύ γαμάτοι αυτοί. Χτυπιόμασταν κι ας θέλαμε να κλάψουμε. Και μια, κατά τύχη,  μελοποιημένο Καββαδία. Μεγάλη αποκάλυψη εκείνη η βραδιά.  Έμελλε να με σημαδέψει.
Η τρίτη συναυλία, ναι υπήρξε και τρίτη τελικά, ήταν ένα τεράστιο δώρο, ήταν η δικαίωση του  Κοέλιο (λολ), ήταν η ευώδωση ευχών, η καλή μου τύχη, η η η κι εγώ δεν ξέρω τι.
Όταν έφτασα στην Λήμνο,  το καλοκαίρι του '99, με άδειες βαλίτσες και μια σαράβαλο καρδιά, έπεσε το μάτι μου στο πρόγραμμα με τις εκδηλώσεις του καλοκαιριού. 
Πάγωσα.  Κοκκαλωσα. Φούντωσα. Ιδρωσα.
Διάφανα Κρίνα. Δυο μέρες μετά την αναχώρησή μου. Γήπεδο Μύρινας.
Έπεσα να πεθάνω. Παραμιλούσα για μέρες.  Ποια μοίρα επαιζε τόσο τραγικό παιχνίδι πάνω στους κύκλους της τρυπιας μου καρδιάς;
Τί ποσοστό ήταν η πιθανότητα να παίξουν τα ΔΚ στο αγαπημένο μου νησί που έτσι γερά πατούσα; να έχω δυο αγάπες ταυτόχρονα και να είμαι δοσμένη χωρίς να σπάω στα δυο;
Η ίδια μοίρα που έπαιζε για δυο, έστρωσε ένα μεταξένιο πέπλο και κάλυψε με αχλή τον ορίζοντα,  χάλασε το πλοίο που θα με έπαιρνε μακριά,  και παρέμεινα στο νησί.
Και πήγα στην συναυλία.  Με τα ΔΚ. Με το χώμα.  Πάντα με το χώμα να σηκώνεται ως το ερκος των χειλιών. Και ήθελα να σβήσω εκεί,  να χαθώ, απόλυτα ευτυχισμένη και δυστυχισμένη ταυτόχρονα. Νομίζω πως πρέπει να είχα γείρει το κεφάλι και τα βλέφαρα.  Να τους έβλεπα σαν σε όνειρο, που παιζαν μόνο για μένα.  Έπαιζαν μόνο για μένα.  Κανένα άλλο σχολιαρούδι που χτυπιόταν στο χώμα παρακεί δεν μπορούσε να λύσει  τον κόμπο που είχε σφραγίσει τον λαιμό μου, λίγο πιο κάτω από μια εσωτερική ικανοποίηση, περηφάνια, τρέλα που με έλουζε όταν άκουγα τους αγαπημένους μου να παίζουν μόνο για μένα. Στο αγαπημένο μου νησί. Βάλτε να πιούμε! 

Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Μεγαλώνοντας στην σωστή πλευρά της ιστορίας...

 Το 1990/1 ήταν ένα έτος αποκάλυψης για μένα. Διψούσα για κόσμο. Κι όταν λέω κόσμο, δεν εννοώ κοσμοπλημμύρα, συνάθροιση, λαοθάλασσα, αλλά τον πλανήτη ολόκληρο και ίσως παραπέρα. Διότι ακόμα και στα 13 μου, το όνειρο του κοσμοναύτη δεν είχε τσαλακωθεί τόσο ώστε να μην αναγνωρίζεται. Στην προσπάθειά μου να εξαλείψω την μητρική μου γλώσσα από το default, και χάρη στο ύψιστο δώρο της τεχνολογίας που μας έφερε την δορυφορική τηλεόραση, ξυπνούσα κάθε μέρα στις 5 και συντονιζόμουν στο CNN. Μάθαινα να ξεχνάω τα ελληνικά, έλεγα στον εαυτό μου. Παρακολουθούσα τους δείκτες του χρηματιστηρίου, κρατώντας σημειώσεις, λες και θα μου χρησίμευε σε κάτι στο μέλλον, τις κορυφές του πετρελαίου, την αθέατη πλευρά μιας καθημερινότητας που ζωντάνευε όταν εγώ κοιμόμουν... Μα αυτό που με στοίχειωσε, που με τράβαγε από τις πυτζάμες κάθε νύχτα και με έσερνε μέχρι την τηλεόραση, ήταν τα επεισόδια του πολέμου στον Κόλπο. Το γεγονός ότι παρακολουθούσα σχεδόν ζωντανά έναν μαινόμενο πόλεμο, ήταν κάτι σαν κακό ναρκωτικό. Είχε κάτι ξεσηκωτικό και ταυτόχρονα κάτι πολύ εξαντλητικό για την άγουρη σάρκα μου. Δεν έβλεπες χρώματα, παρά αυτό το ζαλιστικό night vision, με πράσινα φωτάκια που έσπερναν θάνατο. Όλα γίνονταν τόσο γρήγορα, που αναρωτιόμουν αν ξεχώριζαν φίλους από εχθρούς. Desert Storm και τα μυαλά στην άμμο. Ποια Santa Barbara και Τόλμη και Γοητεία..; Αυτά ήταν για superficial κατανάλωση. Πόλεμος. Live. Με χάρτες, υπερωκεάνια, πυραύλους, νεκρούς, μα κυρίως δίχως ίχνος δισταγμού. Λες κι ο πόλεμος είχε καθαγιαστεί στο βαρέλι με το άγιο μπρεντ. Κι έτσι ήταν. Καλό/κακό ήταν ξεκάθαρο. Άσπρο/μαύρο. Δεν πουλούσε αμφιβολία το σιενεν. Μόνο φρέσκο, just and justified πόλεμο.

 Ήμασταν με την σωστή πλευρά της ιστορίας, που λέει και το εγχώριο τσίρκουλο. 




Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Η χοντρή κυρία

 



Ήταν τα μάτια μου τόσο βαριά.  Ποιος θα μου το 'λεγε πως η θλίψη ήταν η χοντρή κυρία που θα είχε τον τελευταίο λόγο;! 
Με το δόρυ της τρυπούσε τις κόγχες μου και τρύπωνε στο κενό μου. Δεν άντεχα να κρυφτώ.  Δεν υπήρχε σπιθαμή που να μην είχε ξεχειλίσει από το θλιβερό της λίπος.  Χυνόμουν πάνω στη μπάρα,  μέσα στο ποτό μου, σκορπιζόμουν σαν επιδημία, κολλούσα στις σόλες ανυποψίαστων θαμώνων που φτύναν τον κόρφο τους και μ' αποστρέφονταν, πετώντας αλάτι στην πληγή μου. Δεν με ένοιαζε.  Έτσι, γυμνή,  μια δημόσια προσβολή,  μια καρδιακή ανεπάρκεια... δεν παραστέκονται οι άνθρωποι στο εξόφθαλμο. Προτιμούν όσα υποψιάζονται. Κυρίως τα ανύπαρκτα.
 Τί να ρωτήσεις τη θλίψη;  πως να βαδίσεις στα νερά της χωρίς να βουλιάξεις; κι αν σε τραβήξει απ' τα μαλλιά;  κι αν σου αφήσει σημάδι; κι αν σου περάσει τον χαλκά, παρθένα νύφη;  ποιος Ορφέας θα νανουρίσει το τέρας;
Δεν απομέναν και πολλά,  μονάχα ένα.  Γλίστρησα στο καταφύγιο της σάρκας,  σε εκείνη τη λεπτή φλούδα που σκεπάζει το ηφαίστειο με στάχτη.  Δόθηκα αμαχητί σε άνυδρα δάση, με σκιές, παχιές σαν κι αυτήν, αδιαχώριστες απ' το σκοτάδι.
Ήταν τα μάτια μου τόσο βαριά.  Ποιος θα μου το 'λεγε πως η θλίψη ήταν η χοντρή κυρία που θα είχε τον τελευταίο λόγο;!



Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

«Όσσ’ έλομεν λιπόμεσθα, όσ’ ουχ έλομεν φερόμεσθα»




Στους πράσινους βλαστούς του ολανθιστου, βαθύσκιου πεύκου 
ως πρώτα, καθιστός,  τραγούδια δεν θα ψάλλεις πλέον 
- με τα λεπτά τα πόδια σου χτυπώντας τα φτερά σου -
τερπνότερα κι απ' ό,τι στους βοσκούς η λύρα ηχούσε.
Σ' έχουν του δρόμου τα μυρμήγκια, ω τζίτζικα, σκοτώσει
κι απρόοπτα τώρα οι πτυχές σ' έχουν τυλίξει του Άδη. 
Παράδοξον δεν είναι!  Από τους γρίφους των ψαράδων 
και ο Μαιονίδης, ο άνακτας των ύμνων, δεν εχάθη; 

Σημ. Μαιονίδης είναι ο Όμηρος.
Αρχίου, επιτύμβιο επίγραμμα 

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

Μια περιέργεια κβαντική



Υπάρχει μια ζωή που δεν έζησα,
και που έχει ξυπνήσει
Αναίτια.
...και απειλεί να με καταπιεί
δίχως συναίσθηση.
...και απειλεί να με ανατινάξει
εκ των έσω
Αναίτια.
Σαν να ζητά εκδίκηση
για την μη εκδήλωση.
Μικρές λέξεις στην αρχή,
ονόματα,  πρόσωπα απρόσωπα,
άρπαγες,  αίμα και μια κατηφόρα.
Ντύθηκαν νοσταλγία
Αναίτια.
Ξεσηκώθηκαν να με ανατινάξουν
εκ των έσω.
Σαν μια περιέργεια κβαντική. 

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Αντικατοπτρισμοί

15 χρονών παιδιά, πολύ μικρά για τα μεγάλα, πολύ μεγάλα για τα μικρά, ίσα που μας χώραγε το αμούστακο καλοκαίρι. Τα πρόωρα τακούνια έγερναν αδέξια την αφέλεια και δεξιά την επιτήδευση, μπάζοντας χαλίκια και άμμο στον γυμνό κοριτσόδρομο. Τα χάχανα προπορεύονταν βιαστικά, με την πονηρή διάθεση να επιστρέφει σαν ηχώ, απ 'το στόμα στο βλέμμα κι από εκεί κάπου αλλού.  

Στριμωχτήκαμε, σπρώξαμε, μετρηθήκαμε, όλες εκεί. Άντε, πότε θ' αρχίσει;
Μικρές πεταλίδες που θέλαν να πετάξουν, κολλήσαμε τα σώματα σε βράχο αναμονής. Το προαύλιο του σχολείου, νοτισμένο απ' τα κελεύσματα της θαλάσσιας αύρας, έτριζε τα δόντια του σα να 'χε φάει λεμόνι. Η πιο ανυπόμονη της παρέας είχε κάτσει στην άκρη του μυαλού της που πετάριζε δήθεν αδιάφορα προς την έξοδο κινδύνου. Το δεξί της μπράτσο, δεμένο στον κάβο της διπλανής της, έμοιαζε έτοιμο να ξεκολλήσει.
Μα τί ήρθαμε να κάνουμε; θα μας πάρει ο ύπνος. Πεινάω. Διψάω. Πάμε να φύγουμε.
Το μόνο που γνώριζα ήταν πως θα έπαιζε ένα μουσικό συγκρότημα. Τα "ποιος" και τα "τι" ήταν ερωτήσεις περιττές, χειμερινές, αποπνικτικές, σαν τα στενόχωρα ζιβάγκο.

Μια εύσωμη χαμογελαστή γυναίκα στάθηκε στο μέσον της σκηνής κι έκατσε κι η τελευταία σκόνη. Η ορχήστρα ξεχύθηκε στον αέρα κι από τους ήχους και τους στίχους γεννήθηκε ένας κόμπος που με έδεσε για πάντα, βυθίζοντας σαν άγκυρα τα τελευταία κομμάτια αφέλειας που επέπλεαν γύρω μου.                                              
Την επόμενη ώρα πάλευα στα αφρισμένα κύματα της μουσικής να συγκρατήσω όσους στίχους μπορούσα, μάταια. Είχα παρασυρθεί στον γύρο ενός άγνωστου, υπερπόντιου κόσμου. Με τράβηξαν κυριολεκτικά απ' τα μαλλιά για να επιστρέψω.
Πάμε να φύγουμε. Δεν ήταν ερώτηση. Δεν είχα κατάφαση.        
                
Τις ακολούθησα σιωπηλή το υπόλοιπο βράδυ, για να μην ξεχάσω. Ήθελα να τρέξω στο ημερολόγιό μου. Να του πω για τη Φάτα Μοργκάνα, τους πειρατές, το μαχαίρι και τον τυφώνα.
Κάτσαμε σε μια πιτσαρία, δίπλα στο κύμα που μουρμούριζε δίχως σκοπό. Δεν είχα όρεξη. Τρύπωνα γλάρους στο πλαστικό τραπεζομάντηλο, όταν την είδα με την άκρη του ματιού μου. Η Φάτα Μοργκάνα! και η μπάντα! έκατσαν στο διπλανό τραπέζι. Παρήγγειλα μια μακαρονάδα και κρεμάστηκα σα μούτσος απ' τα τεντωμένα ιστία των χειλιών τους, περιμένοντας να προδώσουν τους ήχους. Μάταια... Τους είχε καταβροχθίσει ο μικρόκοσμος του νησιού.

Κάτω απ' τα σκουριασμένα τσίνορα η ίσαλος γραμμή των ονείρων καταποντίστηκε από την άγρια πραγματικότητα.   
   
Το επόμενο μεσημέρι, με τον ήλιο να σβήνει τις τελευταίες σκιές της νύχτας, καθώς περίμενα στην αυλή τις μικρομέγαλες πεταλούδες να με φωνάξουν για να πάμε στην παραλία, κάποιος έπαιζε με τα κανάλια της τηλεόρασης στο εσωτερικό του σπιτιού. Σείστηκα. Όρμησα στο δωμάτιο. Στο τοπικό κανάλι είχε μαγνητοσκοπημένη τη συναυλία. Με τίτλους τραγουδιών, στιχουργών κι  ερμηνευτών αυτή τη φορά.  
Λυτρώθηκα. Καββαδίας. Το έγραψα νοερά στον τοίχο του μυαλού μου. Έδιωξα τις πεταλούδες με μια κίνηση που δεν άφηνε περιθώρια κι αφέθηκα.   

Πολλά χρόνια αργότερα, και λίγα πριν, ταξίδεψα πρώτη φορά στην Ύδρα. Οι φίλοι που με φιλοξενούσαν με ενημέρωσαν πως το βράδυ της άφιξής μου είχε μια συναυλία στην ταράτσα ενός μουσείου. Με το φεγγάρι να λούζει στεριά και θάλασσα, ο κόσμος του Καββαδία άστραψε στην υπαίθρια βραδιά, υπό την καθοδήγηση του Θάνου Μικρούτσικου και τη φωνή του Κούτρα. Κι ένοιωσα τα τακούνια μου να γέρνουν ξανά, λίγο αδέξια προς την αφέλεια, λίγο δεξιά προς την επιτήδευση. Δεν το ζόρισα.

 Έκτοτε, όποτε ακούω μελοποιημένους στίχους του Καββαδία, θυμάμαι γλυκά τη σκουριά του πυρετού που με έλουζε για χρόνια, όταν το φευγιό θέριευε μέσα μου κι ημέρευε μόνο στις στροφές της θάλασσας που ποτέ δε με δέχτηκε μα που πάντα με καλούσε.

 

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Ο λύκος στην ομίχλη χαίρεται


Πριν από μερικές μέρες, οι πρωινές εικόνες της πόλης ταξίδεψαν την πεινασμένη φαντασία μας γύρω απ' τον Κύκλο της Φωτιάς, στις ομιχλώδεις Αλεούτιες νήσους. Τα έγχρωμα ντεσιμπέλ που σφυρηλατούν νυχθημερόν με ακατάπαυστη ορμή κάθε της σπιθαμή, κρύφτηκαν πίσω από αναποφάσιστες σταγόνες, ηττημένα, ξεθώριαζοντας κι αυτά σαν τον ήλιο. Χρόνια πολλά περίμενα να τυλιχτώ, αγκαλιασμένη με την αγαπημένη μου πόλη, σ' αυτό το άσπρο σύννεφο.
Πετάχτηκα ξυπόλητη στο μπαλκόνι για να βεβαιωθώ πως θα με περίμενε. Κι αφού ανταλλάξαμε υποσχέσεις, πήρα τη μηχανή μου και ξεχύθηκα να ζήσω το όνειρο μέσα στο όνειρο, ν' αφήσω χνάρια στην ομίχλη.



Τρελαμένη, κοντοστάθηκα στο διάζωμα της Πειραιώς. Ένας ήλιος, όμοιος με αφηρημένη Πανσέληνο, έστελνε χαιρετίσματα από γειτονικό σύμπαν. Κι ο καπνός που έβγαινε από τ' άγαρμπα σωθικά μιας πολυκατοικίας, ήταν μαύρος. Η εικόνα του κόσμου είχε μπει σε reverse mode. Η περιπαικτική διάθεση της φύσης επιτάχυνε τους παλμούς της καρδιάς μου. Ένοιωθα λες και έπαιζα κρυφτοκυνηγητό και κορόιδο και δηλητήριο και ... θάρρος. Η αλήθεια είχε πάρει πρόωρη αναπηρική σύνταξη.


Στον πεζόδρομο, πίσω από τον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, πεζοί και ποδηλάτες πρόβαλαν από το πουθενά αλά Fringe, κι ήθελα να φωνάξω Beam me up Scotty!  Πόσο μου άρεσε αυτό το παρθενικό ταξίδι..!
Ο πεζόδρομος πλάι στην αρχαία αγορά υπνοβατούσε στην αχλύ.

Ψάχνοντας για καύσιμη ύλη καφέ σκάλισα τα ερτζιανά για να δω αν υπάρχουν κι άλλοι επιζώντες. Ο σταθμός της μνήμης εξέπεμπε κανονικά. Ένας τύπος περιέγραφε την κίνηση στους δρόμους, εφιστώντας την προσοχή στους οδηγούς που κινούνται νότια. Θα διαλυθεί η ομίχλη σύντομα, έλεγε, σχεδόν παρακλητικά. Τί ηλίθιος, έφτυσα, κι έκλεισα το ραδιόφωνο. Τότε μόνο σκέφτηκα να κοιτάξω τους ανθρώπους γύρω μου και να δω τη συμπεριφορά τους. Απάθεια. Πλήρης απάθεια. Μπα, είπα μέσα μου, αποκλείεται να μη βλέπουν αυτό που βλέπω.  Περπατούσαν αμέτοχοι του θαύματος, με τη συνήθη στάση σώματος, με το ίδιο βλέμμα, με τις ίδιες σκέψεις, με τα καθημερινά τους ρούχα σε αυτή τη γιορτή. Βλάσφημοι.

Ώρες αργότερα, στο γραφείο, ενώ χοροπηδούσα ξεσηκώνοντας περιγραφές και διθυράμβους, διαπίστωσα πως με κοιτούσαν όλοι σαν βλαμμένη. Οι πιο κοντινοί μου μάλιστα που είχαν θάρρος (χα) με δούλευαν για μέρες.
Το διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα είχαν διατηρήσει το ίδιο χρώμα. Αυτό της πλήξης, της μιζέριας, των χρεών και των σκανδάλων. Κανείς δεν υποπτέφθηκε πως οι Βρετανοί πλήρωσαν δισεκατομμύρια τον Κόπερφηλντ για να βουτήξει ολόκληρο τον Παρθενώνα, ο οποίος μετά την αποτυχημένη προσπάθεια αυτοεξαφανίστηκε.

Δεν ξορκίζεται με ομίχλη τελικά η παθητικότητα. Μόνο εντείνεται η μοναξιά.

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Οσμές Ασμάτων

Τον τελευταίο καιρό, ο νοτιάς παίζει περίεργα παιχνίδια με την όσφρησή μου. Φέρνει μια ένταση κι ένα ατυχές, τις περισσότερες φορές, πάντρεμα μυρωδιών, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε συμβιβαστικό διαζύγιο της πραγματικότητας με τις αισθήσεις μου. Εκκρεμεί η υπογραφή μου, πιασμένη κι αυτή απ' την χειρολαβή της όστριας. Πιο δίπλα αιωρείται σαν χιλιογραμμένο φύλλο προόδου μια σχολική τιμωρία: "Οι ιμπεριαλιστικές τάσεις των κορεσμένων λιπιδίων".
Μια χλωμάδα τσιγαρισμένη με καρυκεύματα σε φθηνό λάδι, νυσταγμένοι νεαροί που μπέρδεψαν το αποσμητικό χώρου με το Axe, δεσποινίδες που ίπτανται μέσα σε νεφέλες ανθηρής ματαιοδοξίας, σουπιές που πετούν ιδρωμένα μελάνια, μαθητευόμενοι ασβοί ανεξίτηλης δυσωδίας και κουζίνες, κουζίνες, κουζίνες απ' όλα τα μήκη και πλάτη της γης... Όσα παράθυρα κι ανοίξεις, ορδές οσμών κάνουν έφοδο αδειάζοντας ασφυξιογόνους κάλυκες, τρυπώντας μύτες σαν ετεροχρονισμένα χαμένα παιδικά στοιχήματα, σαν εφηβικά piercings στο στοκαρισμένο πρόσωπο της σοβαροφάνειας.

Αν χώσω τα ακουστικά στη μύτη μου, λες να ημερέψει η μουσική την παραφωνία του ρύγχους; Αν αντιστρέψω για λίγο τις ιδιότητες των αισθητήριων οργάνων κι αρχίσω να μυρίζω με τ' αυτιά; Γιατί μόνο τα μάτια να μιλούν όταν οι περιστάσεις το απαιτούν;
Δυο λευκά καλώδια κρέμονται τώρα απ' τις ρινικές μου κοιλότητες, και σαν σύγχρονος Φραγκλίνος που περιμένει να κεραυνοβοληθεί, πατάω το Play.

Σήκω Βοριά, έλα Νοτιά, φύσα τα κλωνιά μου, να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού οι ευωδιές μου. Σήκω Βοριά, έλα Νοτιά φυσήξτε τα κλωνιά μου να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου. Όλων των μύρων τ” άρωμα και η ευωδιά είσαι εσύ. Κανέλα, μοσχοκάλαμο κι” ο νάρδος με τον κρόκο, και ρίζες αρωματικές του Λίβανου και σμύρνα και αλόη, και όποιο μύρο πεις, σε “σένα ευωδιάζουν.


Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Ο γρύλος της Αλίκης

Είχα μια καλή φίλη κάποτε που της άρεσε να λέει πως μόνο τα παιδιά ζουν στο παρόν και πως μεγαλώνοντας χάνουμε αυτή την ιδιότητα. Όταν την ζάλιζα με τα προβλήματά μου, μου έλεγε πως μεγαλοποιώ τις καταστάσεις, φτιάχνω ένα σενάριο που συνήθως μοιάζει με βάλτο, και βουλιάζω εκεί οικειοθελώς, με όλες μου τις αισθήσεις. Παρομοίαζε μάλιστα την συνήθειά μου αυτή με το γνωστό ανέκδοτο με το γρύλο (ο τύπος που μένει από λάστιχο, ψάχνει για γρύλο και δημιουργεί μες το κεφάλι του μια ιστορία με δραματικό τέλος). Κι επειδή αυτό ήταν ένα πολύ συχνό φαινόμενο στη ζωή μου και στον τρόπο λειτουργίας/σκέψης μου, είχαμε συντομεύσει την διαδικασία. Μου πέταγε λοιπόν το φινάλε του ανεκδότου "άντε γαμήσου κι εσύ κι ο γρύλος σου" και με περίμενε. 
Αν κι έχουμε χαθεί πια, την ακούω συχνά μες το κεφάλι μου να επαναλαμβάνει ακούραστα το ανέκδοτο του γρύλου, μολονότι προσπαθώ να αντιμετωπίζω όσα έρχονται όταν έρχονται, και να μην πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό.
Υπάρχουν φορές όμως που ξεμένω από έμπνευση ή νοιώθω πως βαλτώνω από το πολύ παρόν και το κρυφτοκυνηγητό, κι αφήνω ελεύθερο τον ενήλικα να σκάψει μια λαγουδότρυπα για να πέσω ανάμεσα στους υπόλοιπους τρελούς. Πάντα όμως, η ίδια φωνή, με ταρακουνά λίγο πριν μου πάρουν το κεφάλι. Ανοίγω τα μάτια μου και την βλέπω να τινάζει τα φύλλα που έχουν μπλεχτεί στα μαλλιά μου.
- Δεν βαρέθηκες να περιμένεις; της λέω.
Δεν μου απαντά, παρά μόνο με κοιτάζει διερευνητικά για να δει αν επέστρεψα ολόκληρη στον κόσμο του Τώρα. Με πιάνει απ' το χέρι και συνεχίζουμε το κουτσό.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Untitled

All those self-fulfilling notepads,
drunk blank prophets drained of hope
Can I tear them? Can I burn them?
Bites and bytes that flare my soul.
                      #
"Give us life and we'll spare yours",
they keep barking like stray dogs.
"Feed us anger, spread your claws,
don't shift back, don't press control ,
                      #
Let your fingers lead the road
where the words structure your world.
Give us life and we'll spare yours".
As you wish almighty lords.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Σπουδή





Μα κι αν το τίμημα του Έρωτα ήταν μικρό,
με νούφαρα θα στόλιζα τη στάσιμη σου λίμνη.
Κι αν μ' άδειες τσέπες κύκλους γύρω σου έκανα,
όμορφη πάλι θα 'ταν του χαμού μου η δίνη.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Τα Καμμένα Βούρλα


Τα τελευταία Σάββατα, την ώρα που φτιάχνω τη λίστα με τα ψώνια, ιδρύω μια εξτρεμιστική οργάνωση με το όνομα "Καμμένα Βούρλα". Είναι μια αυτόκλητη επιτακτική ανάγκη, μάλλον εξισορροπιστικής φύσεως, με 3d γραφικά, φωτιές και θόρυβο που κάνει τον επεξεργαστή μου να βογγάει από ευχαρίστηση. Στον διάδρομο με τα ποτά οι μολότωφ, στ' απορρυπαντικά ανοίγω το εγχειρίδιο του Μαγκάιβερ, στα φρούτα ψάχνω για νεράτζια...
Την ώρα που φτάνω στο parking κι αρχίζω να ψεκάζομαι με ένα μείγμα Evian και ψυκτικών ραδιοϊσότοπων συγχαίροντας τους υποψήφιους συνεργάτες μου, σκοντάφτω πάνω στα ατάκτως παρατημένα καροτσάκια.
Η αισιόδοξη πλευρά μου με οδηγεί στην υπερρεαλιστική απόδοση της σκηνής, μεταφράζοντας την εικόνα σε μια επιτηδευμένη πρόθεση δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, όπως αυτή του παρκαδόρου ή της καροτσομαζώχτρας, ενώ στο ότο κιου της απαισιοξίας εμφανίζεται με κεφαλαία bold γραμματοσειρά το μήνυμα ενός παλιού μου φίλου: 
"ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΜΑΛΑΚΑ ΝΑ ΤΟΥ ΦΟΡΤΩΣΕΙ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ"...

Δυο εγγαστρίμυθοι τσακώνονται μες το κεφάλι μου ενώ σφίγγω ένοχα τα χείλη μου να μην προδώσω λέξη. Το σκάω απ' την πίσω πόρτα και αρχίζω να μαζεύω τα καροτσάκια.
Μαλάκας γεννιέσαι, δε γίνεσαι φίλε μου.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Ironic








Όλοι στο σπίτι απέφευγαν αυτό το μηχάνημα του διαβόλου, που έκαιγε σαν τα καζάνια της κόλασης κι έβγαζε καπνούς από τα μανιασμένα ρουθούνια του. Εγώ θα σφουγγαρίσω, έλεγε ο ένας. Εγώ θα πλύνω τα πιάτα, ο άλλος. Εγώ θ' απλώσω... Κι εξαφανίζονταν εν ριπή οφθαλμού προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κανένας δεν άγγιζε το σίδερο. Ούτε καν το χειμώνα, που θα μπορούσε κάποιος ρομαντικά απελπισμένος να ισχυριστεί πως η συντροφιά του ήταν μια ζεστή παρηγοριά τα κρύα κυριακάτικα απογεύματα.

 Οι απορίες μου σχετικά με την απέχθεια που ένοιωθαν οι άνθρωποι στο άκουσμα της λέξης "σιδέρωμα" πολλαπλασιάζονταν με τα χρόνια. Έβλεπα πολλές γυναίκες με σημαδεμένα χέρια να κυκλοφορούν στους δρόμους. Κι αν τις ρωτούσες πως το έπαθαν, απαντούσαν  μονολεκτικά και κοφτά, με χείλη έτοιμα να ασπαστούν την εικόνα του Μεγάλου Εγκεφαλικού, "Σίδερο", κι έπιαναν το σημείο επαφής για να κλείσουν την τρύπα απ' όπου ξεπηδούσαν ατμοί απωθημένων αναμνήσεων. Αν τις προλάβαινες, πριν το βάλουν στα πόδια, θα παρατηρούσες πως υπήρχαν κι άλλα σημάδια, απ' την εποχή της δραχμής, ίσως και των παγετώνων, διάσπαρτα στην ωλένη, στην κερκίδα... Κάποια σκόρπια ΧΟ μιας διαμελισμένης τρίλιζας που δεν έλεγε να τελειώσει, ένας σκισμένος χάρτης θησαυρού από διαγωνισμό του Μέριτο. Κάνεις τρία βήματα, τζιζ, καίει. Στρίβεις δεξιά, πιάνεις τη λαβή, ψεκάζεις, προχωράς ευθεία μέχρι να ξανακάνει τζιζζζ.
Μα ποια βαριά πτυχή κουκούλωνε το μυαλό τους; ποιο αυλάκι από σιφόν έπνιγε την προσοχή τους και κατάφερναν τέτοια έπαθλα; βάζω στοίχημα πως την οδοντόκρεμα την κατανάλωναν επιδερμικά.

Όλο το υφασμάτινο πάνθεον παρήλαυνε πάνω στο πρόχειρο cat-walk που έστηνα για τις ανάγκες της παράστασης. Το σίδερο δεν παραπονιόταν, όση δουλειά κι αν του φόρτωνα. Ρύθμιζε τη θερμοκρασία του ανάλογα με την υφή των ρούχων και γλιστρούσε με χαρισματικά διπλά toe loops και τριπλά axels πάνω στις υφασμάτινες πίστες, παίρνοντας εξάρια και χειροκροτήματα. Τα ρούχα όμως...
Τα ρούχα έμοιαζαν με τα γνωστά συνδικαλιστικά όργανα, αυτά που απολαμβάνουν προνόμια για να γκρινιάζουν. "Κοίτα πως με πιάνει, η ανεπρόκοπη. Κι εδώ, εδωωω... στρώσ' το γλυκειά μου να γλιτώσουμε τον ιδρώτα. Θα 'χα κόψει αν ήμουν αυγολέμονο". Πάνινες σουσουράδες που δεν έλεγαν να κλείσουν το φερμουάρ τους. Μόνο τα εσώρουχα ήταν πιο δεκτικά και αστεία. Σκάρωναν λογοπαίγνια με πικάντικα ρήματα κι αυτοσαρκάζονταν. Ο καθένας με τα βιώματά του...
 Γρήγορα όμως κατάλαβαν ποιος έκανε κουμάντο και έμαθαν  να αφήνονται στα ωριαία sessions σιωπής και ενδοσκόπησης που παρέδιδα στην αίθουσα του χαμάμ, αφού βεβαιώθηκαν πως είχαν την αμέριστη προσοχή μου. "Όχι σαν τις άλλες, που το ένα τους μάτι είναι στο σίρηαλ και το άλλο στο τηλέφωνο", μαρτυρούσε η κάλτσα που στεκόταν παράμερα. Πάντα παράμερα, και τις περισσότερες φορές μονή κι αταίριαστη. Την άλλη την βούταγε συνήθως ο διάολος.

Η εξημερωμένη υφασμάτινη πολύχρωμη στοίβα μαρτυρούσε περισσότερα απ' όσα μια καλή νοικοκυρά θα μπορούσε ποτέ να υποψιαστεί. Πολλές φορές είχα δακρύσει κοιτώντας τους κόμπους που στέκονταν στον λαιμό των πλεγμένων ινών, στιγμές παγωμένες σε αυτό τον καμβά με ημερομηνία πλύσης που δεν έλεγε να παραιτηθεί από την επαφή με τα ανθρώπινα τοιχώματα. Μικρές τρύπες ξεπηδούσαν απ' τα κελιά της πλήξης, σαν το σπιράλ ημερολόγιο ενός κρατούμενου που περίμενε την χάρη. Λεκέδες από γράσσο μύριζαν θάλασσα κι ένα πορτοκαλί ταξίδι που έφερε κύμα κι αλμύρα στην πρύμνη του χρόνου. Λάστιχα που ξεπέρασαν τον εαυτό τους, φόδρες που έκοψαν τις ίνες τους με τον σπασμένο καθρέπτη του χρόνου, τρύπες που άνοιγαν στη ζώνη της αντοχής για να χωρέσουν τα χρόνια,  κορδόνια που ξέφτισαν λόγω ερωτικής απογοήτευσης...  Οι νεοσύλλεκτοι απ'την άλλη, ξεχώριζαν σαν τη μύγα μες το γάλα. Αποστειρωμένοι σνομπ, ιμιτασιόν εγωπαθείς χαρτογιακάδες, χωρίς μάχη στο ενεργητικό τους, χωρίς λάφυρα, χωρίς σημάδια, παιδιά του κουτιού και της κρεμάστρας. Σαν ξεπεσμένοι βασιλιάδες έκρυβαν την τσαλακωμένη ματαιοδοξία τους γυρεύοντας αυλοκορσέδες και καλτσιμπάγκους να στήσουν το χορό τους γύρω τους. Συνήθως οι πετσέτες της κουζίνας υπέκυπταν, συνηθισμένες όπως ήταν στην κακομεταχείριση.
 Τις νύχτες με Πανσέληνο τα έπιανε ομαδικώς η νοσταλγία… Νότιζαν οι αναμνήσεις τους το σιδερόπανο. Μάταιος κόπος να προσπαθείς με τεχνητά μέσα να τα φέρεις στα ίσια τους. Έβαζα ένα ποτήρι κρασί και τ’ άκουγα να ψιθυρίζουν μεθυσμένα από την αραιή ατμόσφαιρα που έντυνε τις αραιωμένες ίνες τους με τσόντες από αλκοόλη. Θυμόντουσαν στάχυα να αγγίζουν ήλιους που βασίλευαν και θημωνιές να θροϊζουν  άσκοπους σκοπούς στον περαστικό άνεμο που στάθηκε να τις χαϊδέψει… Την αγκαλιά της μάνας τους που σήκωνε βουβή τη σκιά και τα όνειρά τους… τον πατέρα τους που πότιζε τις ελπίδες τους… τα αδέρφια τους, τους φίλους τους… κι όλο σίμωναν κι έσμιγαν σε ένα σφιχταγκάλιασμα που δεν γνώριζε διαχωριστικές γραμμές, χρώματα, τόπο και χρόνο… παιδιά αμούστακα, άγουρα, βουτηγμένα σε μια άγνοια που έμοιαζε με μοναδική αλήθεια. Μια ιδρωμένη ευτυχία που ο φιλεύσπλαχνος νοτιάς δεν έλεγε να κλέψει. Όταν η στάθμη του κρασιού έπεφτε σε ανεπιθύμητα επίπεδα, μάζευα το αδιαχώριστο κουβάρι στοργικά και με τα δάχτυλα ακόμα υγρά, άγγιζα τη Σελήνη. Έτσι όπως φούσκωναν οι μικρόκοσμοι, αν έγερνες το κεφάλι σου, έβλεπες την αθέατη πλευρά της.
Τα όμορφα λευκά, όμορφα λερώνονται. Σκοτώνουν τα κόκκινα όταν ξεθωριάσουν. Εφιάλτης στο δρόμο με τις πιέτες. Ο κύκλος των χαμένων κουμπιών. Πειρατές της Σκάφης: η κατάρα του μαύρου πανιού. Οι Νύχτες Πρεμιέρας είχαν αρχή, μα όχι τέλος.  Αν είχα κι άλλα δυο χέρια να τρώω ταυτόχρονα ποπ-κορν χωρίς να ανησυχώ μήπως τα λερώσω, θα έλεγα πως το διασκέδαζα.
Όμως...μετά από τόσα χρόνια εξάσκησης της ανωτάτης σιδερωτικής, αν μου ζητήσει κάποιος να την χαρακτηρίσω, θα πω πως είναι δυσβάσταχτη και συνήθως θλιμμένη ασχολία. Είναι ένα πολύχρωμο ταξίδι στον τσαλακωμένο χωροχρόνο που αναστενάζει από συγκαλυμμένη νοσταλγία και φθορά.  Αν βλέπαμε με τη μύτη μας, ίσως να ήταν ευχάριστο. Όταν όμως την αντικρύζεις με τα μάτια της ψυχής σου, δεν μπορείς παρά να ακολουθήσεις τα ίχνη και να ξετυλίξεις τον μίτο που θα σε οδηγήσει μέσα από το κολασμένο καζάνι που βρυχάται στο  χέρι σου σε δανεικές διαδρομές με τελικό προορισμό τη χώρα της Φθοράς. Κι άλλους, στην έξοδο κινδύνου.


Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Ήξεις Αφήξεις...




Κάποιοι αναγνώρισαν τη συνωμοσία των λαίμαργων φλαμίνγκο, κι άλλοι την πτώση των Μεγαριδών νηών στα χέρια των σκληροτράχηλων Οστρακοειδών.
Ίσως και να 'ναι ο έκπτωτος θίασος των κομπάρσων, μια ανώνυμη φάρσα στα θεμέλια της ζωής που σκορπίζει ώχρα στο πυρετικό καρέ της υστεροφημίας.
Αμφίσημοι χρησμοί που ανασύραμε, τραβώντας τη διελκυστίνδα του χρόνου απ' τα μαλλιά.
Ήξεις, αφήξεις... και δεν θα πλήξεις.

Μια κουταλιά νερό...




Η απουσία κινήσεών του πρόδιδε το τίποτα. Τα βλέφαρα και το άνω χείλος του, ψεκασμένα με γύψο, στέγνωναν τις σκέψεις του. Η ροή του λόγου του έβγαινε από τα λαγούμια της λογικής, αποστειρωμένη από εξάψεις. Κάποιος σιδέρωσε την ανατριχίλα του με μέριτο, σκέφτηκα, κι ένα ξεβαμμένο χαμόγελο σαν γαλλικό μανικιούρ απλώθηκε στα νύχια που είχαν γραπώσει εδώ και μέρες την καρδιά μου. Τον είχα σηκώσει στον πίνακα να μου πει το επόμενο μάθημα, κι αυτός απήγγειλε ερωτευμένους στίχους του Saadi(στη).
Είχα θαυμάσει σε πολλές περιστάσεις την ψυχραιμία του, αλλά πάντα διέκρινα την καλοστεκούμενη παύση που ακολουθούσε με την ομπρέλα της την τοπική καταιγίδα. Όχι όμως αυτή τη φορά. Βρεγμένη ως το κόκκαλο, τον κοιτούσα να κόβει με το μαχαιροπίρουνο το νήμα απ' την θηλιά της καχυποψίας μου και να με προσγειώνει σαν αποτυχημένο αυτόχειρα στην στοά του φθινοπώρου. Νομίζω πως μου πρόσφερε και το σακάκι του να σκεπαστώ για να μην πουντιάσω.
- Μια κουταλιά νερό ήταν, του είπα, συνεχίζοντας το φαγητό μου. Είμαι καλά.

Λωτοφάγοι




Ψιθύριζα στα σκοτεινά
σοκάκια του κορμιού σου
εικόνες μιας θύελλας
που σήκωνε ο νους.
Το δράμα που αποστήθισα
πλανήθηκε μαζί σου
σε άφατη απόδραση
στη χώρα του λωτού.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Changes






The boy changed his heart to a beat
that drummed through the night
to invite her in.

The boy changed his feet to a walk
that gently stroke her hair
in a rocking roll.

The boy changed his eyes to a view
that blushed all the lillies
and burned the colour blue.

The boy changed his hands to a touch
that craved for desire
and sunk into lust.

The boy changed his mind
he's leaving her back
and that's how it goes
cause life really sucks.


Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012